Θεραπευτικές Επιλογές

Θεραπευτικές Επιλογές

Αν και η συνήθης αντίληψη είναι ότι ο όρος Υποβοηθούμενη Αναπαραγωγή αναφέρεται αποκλειστικά στη μέθοδο της Εξωσωματικής Γονιμοποίησης (IVF), η πραγματικότητα είναι διαφορετική. Η αλήθεια είναι πως η εξωσωματική γονιμοποίηση αποτελεί ίσως την κυριότερη επεμβατική μέθοδο υποβοηθούμενης αναπαραγωγής, αλλά σε καμία περίπτωση δεν είναι η μοναδική διαθέσιμη θεραπευτική προσέγγιση για κάθε περίπτωση υπογόνιμου ζευγαριού.

Πιο συγκεκριμένα, πριν την εφαρμογή της εξωσωματικής γονιμοποίησης υπάρχει μία αλληλουχία θεραπευτικών επιλογών που μπορούν να προσφέρουν με πιο εύκολο και απλό τρόπο το επιθυμητό αποτέλεσμα σε επιλεγμένες περιπτώσεις υπογονιμότητας.

Παρακάτω γίνεται συνοπτική αναφορά στο ευρύ φάσμα των διαφόρων μεθόδων υποβοηθούμενης αναπαραγωγής και στα στάδια που ακολουθούνται, προκειμένου ένα ζευγάρι να υποβληθεί σε μια τέτοια θεραπεία.

Παρακολούθηση της ωοθυλακιορρηξίας

Γενικά: Με τη βοήθεια του υπερηχογραφήματος ο γυναικολόγος παρακολουθεί την ανάπτυξη των ωοθυλακίων, ώστε να συστήσει στο ζευγάρι ερωτική επαφή τις ημέρες της πιθανής ωοθυλακιορρηξίας.

Μάλιστα, για καλύτερο έλεγχο και προγραμματισμό του χρόνου ωοθυλακιορρηξίας μπορεί να γίνει στη γυναίκα μία υποδόρια ένεση χοριακής γοναδοτροπίνης, ενός σκευάσματος που συμβάλλει στη ρήξη του ωοθυλακίου και -κατά συνέπεια- στην ελευθέρωση του ωαρίου, ώστε στη συνέχεια να ακολουθήσει ερωτική επαφή στο σωστό χρονικό διάστημα, που θα οδηγήσει στη σύλληψη.

Πότε συστήνεται: Η μέθοδος αυτή συστήνεται σε περιπτώσεις γυναικών που απλώς δεν έχουν τακτικό κύκλο (π.χ. εξαιτίας ενός ήπιου προβλήματος πολυκυστικών ωοθηκών), χωρίς να εμφανίζουν κανένα άλλο παθολογικό πρόβλημα.

Oι προϋποθέσεις: Απαραίτητη προϋπόθεση για την εφαρμογή της διαδικασίας αυτής είναι η καλή ποιότητα σπέρματος του συντρόφου και η ομαλή σεξουαλική ζωή, ώστε να υπάρχουν ελπίδες επίτευξης κύησης.

Πώς γίνεται: Η γυναίκα θα πρέπει να επισκέπτεται σε τακτά χρονικά διαστήματα το γιατρό της, ώστε να υποβάλλεται σε υπερηχογραφικό έλεγχο. Συνήθως, ο γυναικολόγος ξεκινά να παρακολουθεί υπερηχογραφικά τη γυναίκα από την 8η μέρα του έμμηνου κύκλου και συνεχίζει ανά 1 με 2 ημέρες, μέχρις ότου διαπιστωθεί ότι το ωοθυλάκιο που αναπτύσσεται είναι ώριμο και έτοιμο για ωοθυλακιορρηξία.

Σπερματέγχυση

Γενικά: Με τον όρο σπερματέγχυση αναφερόμαστε στη διαδικασία εναπόθεσης σπέρματος απευθείας στο εσωτερικό της μήτρας μετά από ειδική κατεργασία και με τη βοήθεια καθετήρα. Με αυτόν τον τρόπο διασφαλίζεται ότι περισσότερα σπερματοζωάρια βρίσκονται κοντά στη σάλπιγγα, όπου φυσιολογικά συμβαίνει η συνάντηση ωαρίου και σπερματοζωαρίου, δηλαδή η γονιμοποίηση. Το σπέρμα που χρησιμοποιείται στη διαδικασία της σπερματέγχυσης προέρχεται είτε από τον σύζυγο είτε -όταν αυτό δεν είναι δυνατό- από δότη, συνήθως μέσω τράπεζας σπέρματος.

Η διαδικασία της ενδομήτριας σπερματέγχυσης συνδυάζεται με ήπια φαρμακευτική αγωγή για την καλύτερη ανάπτυξη ωοθυλακίων και ωαρίων, ώστε η πιθανότητα εγκυμοσύνης με τη μέθοδο αυτή να μεγιστοποιηθεί.

Πότε συστήνεται: Σε περιπτώσεις γυναικών που έχουν τουλάχιστο μία διαβατή σάλπιγγα, αλλά αντιμετωπίζουν κάποιο άλλο πρόβλημα, όπως διαταραχές ωοθυλακιορρηξίας, ήπιας μορφής ενδομητρίωση, ασυμβατότητα τραχηλικής βλέννας, ήπιο πρόβλημα σπέρματος στο σύζυγο ή υπογονιμότητα ανεξήγητης αιτιολογίας κ.λπ.

Oι προϋποθέσεις: Το σπέρμα του συζύγου θα πρέπει να είναι ικανοποιητικής ποιότητας, ώστε μετά από την ειδική κατεργασία στην οποία θα υποβληθεί, να είναι ικανό να γονιμοποιήσει τα ωάρια της συντρόφου του. Εναλλακτικά, εάν είναι απαραίτητο και εφόσον το ζευγάρι το επιθυμεί, είναι δυνατό να χρησιμοποιηθεί σπέρμα δότη.

Πώς γίνεται: Το κατεργασμένο στο εργαστήριο σπέρμα τοποθετείται στη μήτρα με τη βοήθεια ειδικού καθετήρα, μέσω του κόλπου, και τοποθετείται ανάλογα με την περίπτωση 1 μέρα πριν και μία μέρα μετά την ωοθυλακιορρηξία ή κατά την ημέρα της ωοθυλακιορρηξίας που είναι και το πιο σύνηθες. Κατά τη διαδικασία της σπερματέγχυσης η ωοθυλακική ανάπτυξη έχει συνήθως υποβοηθηθεί με ήπια φαρμακευτική αγωγή, με συνέπεια να υπάρχει έλεγχος και προγραμματισμός της διαδικασίας.

Αποτελεσματικότητα: Σύμφωνα με τη διεθνή βιβλιογραφία, τα ποσοστά επίτευξης κύησης με τη βοήθεια της σπερματέγχυσης ανέρχονται περίπου στο 15% ανά προσπάθεια.

Εξωσωματική Γονιμοποίηση (IVF)

Γενικά: Πρόκειται για τη διαδικασία κατά την οποία αρχικά γίνεται λήψη των ωαρίων και του σπέρματος των δύο συντρόφων, που κατόπιν τοποθετούνται σε ειδικές συνθήκες καλλιέργειας στο εργαστήριο με στόχο την πραγματοποίηση της γονιμοποίησης. Τα γονιμοποιημένα ωάρια αναπτύσσονται στο εργαστήριο, μέχρι τα αναπτυσσόμενα έμβρυα να μεταφερθούν στη μήτρα την κατάλληλη χρονική στγμή.

Πότε συστήνεται: Η εξωσωματική γονιμοποίηση αρχικά εφαρμόστηκε σε γυναίκες που είχαν απόφραξη σαλπίγγων. Σήμερα εφαρμόζεται ευρύτερα, όταν για παράδειγμα λιγότερο επεμβατικές μέθοδοι (π.χ. πρόκληση ωοθυλακιορρηξίας με ή χωρίς σπερματέγχυση) έχουν αποτύχει, όταν υπάρχει μερική αδυναμία στο σπέρμα ή όταν το πρόβλημα που προκαλεί υπογονιμότητα δεν έχει εντοπιστεί με τις υπάρχουσες διαγνωστικές μεθόδους.

Oι προϋποθέσεις: Η βασική προϋπόθεση είναι το σπέρμα που χρησιμοποιείται στη διαδικασία να είναι σχετικά καλής ποιότητας, να έχει δηλαδή ελεγχθεί στο εργαστήριο και να έχει βρεθεί ικανό για γονιμοποίηση. Από την άλλη πλευρά, σε ό,τι αφορά την επιτυχία της μεθόδου, η παράμετρος «ηλικία της γυναίκας» παίζει ιδιαίτερα σημαντικό ρόλο. Για το λόγο αυτό, όπως προαναφέρθηκε, η έγκαιρη διάγνωση και αντιμετώπιση του προβλήματος συμβάλλει ουσιαστικά στην ενίσχυση των ποσοστών επίτευξης κύησης.

Πώς γίνεται: Η διαδικασία (κύκλος θεραπείας) της εξωσωματικής γονιμοποίησης διαρκεί από 15 ημέρες έως ένα μήνα περίπου, ανάλογα με το πρωτόκολλο θεραπείας που θα εφαρμοστεί. Στα σύγχρονα σχήματα θεραπείας η χορήγηση ενέσιμων γοναδοτροπινών με στόχο την ανάπτυξη πολλαπλών ωοθυλακίων ξεκινά τη 2η μέρα του κύκλου, ενώ η απαραίτητη καταστολή της λειτουργίας του άξονα υποθαλάμου-υπόφυσης ξεκινά πλέον την 7η μέρα του κύκλου, απλοποιώντας κατ` αυτόν τον τρόπο σημαντικά τη διαδικασία διέγερσης των ωοθηκών σε σύγκριση με παλαιότερα.

Όταν ο αριθμός των ωοθυλακίων που έχει αναπτυχθεί είναι ικανοποιητικός, λαμβάνονται τα ωάρια που περιέχονται στα ωοθυλάκια με μία τεχνική, γνωστή ως ωοληψία. Η ωοληψία πραγματοποιείται υπό συνθήκες ελαφράς αναισθησίας – μέθης ή με τοπική αναισθησία. Στη συνέχεια το κάθε ώριμο ωάριο που λαμβάνεται μπαίνει σε ειδικό τρυβλίο στο εργαστήριο μαζί με 100.000 περίπου σπερματοζωάρια καλής ποιότητας, από τα οποία ένα τελικά θα γονιμοποιήσει το συγκεκριμένο ωάριο.

Τη γονιμοποίηση ακολουθεί η πιστοποίηση της ομαλής ανάπτυξης του γονιμοποιημένου ωαρίου-εμβρύου σε ειδικά επιλεγμένες συνθήκες καλλιέργειας, μέχρι τη χρονική στιγμή που θα κριθεί ως κατάλληλη για τη μεταφορά του στη μήτρα. Η διαδικασία αυτή, που είναι γνωστή ως εμβρυομεταφορά, γίνεται χωρίς αναισθησία με τη βοήθεια ειδικού καθετήρα.

Η μεταφορά των εμβρύων γίνεται συνήθως κατά τη 2η-3η ημέρα μετά την ωοληψία, ενώ σε επιλεγμένες περιπτώσεις αυτή μπορεί να γίνει κατά την 5η ή 6η ημέρα, όταν το έμβρυο φτάσει στο στάδιο της βλαστοκύστης.

Παραλλαγή της μεθόδου: Μικρογονιμοποίηση

Η μικρογονιμοποίηση είναι μια παραλλαγή της κλασικής εξωσωματικής γονιμοποίησης, έτσι όπως την περιγράψαμε παραπάνω.

Στην περίπτωση μικρογονιμοποίησης ή ενδοκυτταροπλασματικης έγχυσης σπερματοζωαρίου (ICSI), τα στάδια διέγερσης ωοθηκών και λήψης ωαρίων και σπέρματος είναι ανάλογα με αυτά της IVF και η διαφοροποίηση της μεθόδου έγκειται στον τρόπο με τον οποίο επιτυγχάνεται η γονιμοποίηση. Πιο συγκεκριμένα, κατά τη μικρογονιμοποίηση εισάγεται με τη βοήθεια ειδικού μικροσκοπίου ένα προεπιλεγμένο σπερματοζωάριο σε κάθε ωάριο.

Η μέθοδος αυτή είναι κατάλληλη στις περιπτώσεις εκείνες, στις οποίες το σπέρμα είναι κακής ποιότητας ή περιορισμένης ποσότητας είτε όταν δεν ανευρίσκονται σπερματοζωάρια στο σπέρμα του συζύγου.